English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

"Όταν οι Πόρτες ανοίγουν και πάλι"

Του Γιάννη  Κατσούλη
http://ioanniskatsoulis.blogspot.com





«Θεωρώ τον εαυτό μου ως έναν έξυπνο, ευαίσθητο άνθρωπο, με την ψυχή ενός κλόουν πού με υποχρεώνει να τα καταστρέφω όλα στις πιο σημαντικές στιγμές».

James Douglas Morrison
(8 Δεκεμβρίου 1943 – 3 Ιουλίου 1971)



Μία από τις πιο οικίες αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων, ήταν ο ήχος της βελόνας, στον δίσκο βινυλίου, πάνω στο παλιό πικάπ του αδερφού μου. Σ’ εκείνο το ξύλινο πικάπ, με το ενσωματωμένο ηχείο, είχα την τύχη να ζήσω αυτή την πρωτόγνωρη αίσθηση της μουσικής, διαμέσου των αυλακιών του δίσκου. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Θα ’ναι κάτι περισσότερο από είκοσι τρία. Κάπως έτσι μπήκα στον κόσμο της μουσικής, μ’ εκείνα τα ιδιαίτερα μαθήματα του αδερφού μου και την προσωπική μου αναίδεια στο να παραβλέπω το απαγορευτικό που έβαζε όταν δεν ήταν παρών, το να βάζω, δηλαδή, τρέμοντας μη με τσακώσει, την βελόνα πάνω σ’ έναν δίσκο δικής μου προτίμησης. Και η ενοχική μου εισχώρηση και παρεμβολή, στον κρυφό κόσμο του αδερφού μου, σταμάτησε άδοξα όταν κάποιο απόγευμα με τσάκωσε την ώρα που προσπαθούσα να προσπεράσω ένα τραγούδι για να πάω σε κάποιο άλλο. Αιφνιδιασμένος και τρομοκρατημένος δεν έπαψα να κοιτάζω, σαν χάνος, πότε το αγριεμένο του βλέμμα και πότε την βελόνα που’ χε καρφωθεί πάνω στον δίσκο και στριφογύριζε μετέωρη κι ανυπεράσπιστη, όπως ήμουν κι εγώ. Εκείνος όμως, παρά την αγριεμένη του φάτσα, δεν με μάλωσε, αντιθέτως μ’ έβαλε για τα καλά στο κλίμα της μουσικής εφόσον κατάλαβε ότι δεν θα γλίτωνε τόσο εύκολα απ’ την φορτική παρουσία του μικρού του αδερφού. Α, τι ωραίο που είναι, τελικά, να έχεις μεγαλύτερα αδέρφια. Ο αδερφός μου ήταν κι ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο θα ζούσα τη μαγεία του κινηματογράφου, αν και η ταινία που επέλεξε να παρακολουθήσουμε ήταν πολύ τρομαχτική για τα παιδικά μου μάτια (και πολύ αστεία για τα μάτια του ενήλικα εαυτού μου). Όπως και να έχει, ο συνδυασμός αυτών των δύο αναμνήσεων και βιωμάτων -η ηχητική πανδαισία του δίσκου βινυλίου απ’ τη μία μεριά και η σκοτεινή αίθουσα του κινηματογράφου με το φως του προβολέα να γεμίζει με μαγικές εικόνες το πανί- ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μου τύχει.
Το φθινόπωρο του 1990, έχοντας στο ενεργητικό μου τρία χρόνια πειραματισμού στο βινύλιο και την ροκ μουσική, ο αγαπημένος μου αδερφός, χωρίς ασφαλώς να υποψιάζεται τη μεταγενέστερη ψύχωσή μου, είχε την έμπνευση να βάλει στο μεγάλο πικάπ του σπιτιού έναν διαφορετικό, απ’ τους συνηθισμένους, δίσκο. Κι όταν λέω διαφορετικό, εννοώ ότι η μουσική που έπαιζε εκείνο το συγκρότημα είχε μια μυστήρια και κάπως απόκοσμη ακουστική και συν τις άλλης, ένα τελείως διαφορετικό, απ’ όσα είχα δει ως τότε, εξώφυλλο. Τέσσερις αντρικές μορφές, σ’ ένα σκοτεινό φόντο, εκ των οποίων η μία κάλυπτε όλη την αριστερή πλευρά του εξωφύλλου. «Τι δυσανάλογη πόζα», σκέφτηκα «και τι μυστήρια φωνή που ’χει ο τραγουδιστής». Ας μην πω για το αρμόνιο, που στ’ αφτιά μου έμοιαζε μ’ εκείνο το όργανο που χρησιμοποιούν στις θρησκευτικές τελετές τους οι καθολικοί. Αν και δεν γνώριζα καθόλου αγγλικά, ένιωσα μια περίεργη αίσθηση να πλημμυρίζει τ’ αφτιά μου. Από εκείνο το απόγευμα πέρασαν είκοσι χρόνια κι εγώ δεν σταμάτησα να ακούω τους δίσκους, που αργότερα έγιναν κασέτες και μετά ψηφιακοί δίσκοι, αυτού του συγκροτήματος. Είκοσι χρόνια μετά κι ακόμα, όταν βρισκόμαστε με τον αδερφό μου, μου λέει το ίδιο: «Τι έγινε, ακόμα να τον βαρεθείς τον Morrison, αδερφάκι; Έχεις μαζέψει όλα τα τραγούδια του, ακόμη και τα σπάνια, έχεις όλες τις φωτογραφίες του, υποψιάζομαι ότι έχεις και όλες τις διαφορετικές εκδοχές του ρέψιμού του… τι σου λείπει ακόμα, να τον δεις να χέζει;». Το ’χω αυτό το συνήθειο, να καταπιάνομαι δηλαδή με κάτι που με ενδιαφέρει και να το μελετώ ύστερα εξονυχιστικά. Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι Doors αποτέλεσαν ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μου, περισσότερο όμως η ζωή, το έργο και ο θάνατος του τραγουδιστή τους.
Τα βρήκα, λοιπόν, όλα ή τουλάχιστον τα περισσότερα και δεν μετάνιωσα ούτε μία στιγμή. Έτσι κι αλλιώς, κάθε άνθρωπος γεμίζει τον χρόνο και τον χώρο του με ό,τι επιθυμεί. Η αβυσσαλέα ύλη προσφέρει μια παρηγορητική συντροφιά, όταν όλες οι υπόλοιπες αδυνατούν. Μπαίνοντας μέσα σ’ αυτές τις «σκοτεινές» Πόρτες κατάφερα να ανακαλύψω πολλά, ακόμα και όσα περιείχε η ερώτηση του αδερφού μου. Γέμισε ο τόπος βιβλία, αφίσες, δίσκους, κασέτες, cd, ακόμα και ταινίες. Κλείνοντας, λοιπόν,  εδώ, αυτή την ας την ονομάσω εισαγωγή, να προσθέσω ότι εξαιτίας αυτού του συγκροτήματος και για να είμαι περισσότερο δίκαιος με τον εαυτό μου, εξαιτίας αυτών των ανθρώπων, του αδερφού μου και του εν λόγω τραγουδιστή, ξεκίνησα, δειλά – δειλά, να γράφω και να εξωτερικεύω όλα όσα στροβιλίζονταν μέσα μου. Καθένας από μας έχει μέσα του έναν πολύτιμο στίχο, σαν μια λυτρωτική ανασαιμιά, σαν μια υποδόρια γαλήνη. Στην περίπτωση αυτής της εικοσαετούς και πλέον γνωριμίας μου μ’ αυτό το συγκρότημα κι αυτόν τον άνθρωπο, που στοίχειωσε και απάλυνε τους εφιάλτες μου, υπάρχει ο  στίχος:

«Όταν είσαι ξένος, πρόσωπα βγαίνουν μέσα απ’ τη βροχή.
Όταν είσαι ξένος, κανένας δεν θυμάται το όνομά σου…»


Γι’ αυτό, λοιπόν, όταν ανακάλυψα το φιλμ When Youre Strange, οι σκοτεινές Πόρτες ξανάνοιξαν, οι κεραίες μου άρχισαν να ψάχνουν κάποιο σήμα και ο πολύτιμος στίχος του τραγουδιού People are strange με ξανάφερε στην γνώριμη πια ατμόσφαιρα της αγαπημένης μου αρμονίας. Οι δυο μου αγάπες, η μουσική και ο κινηματογράφος, ξανάρχονταν, γι’ άλλη μια φορά στο προσκήνιο, αυτή τη φορά σε μια σύμπραξη. Δεν ήξερα τι περισσότερο να περιμένω από μία ακόμη ταινία για τους Doors, εφόσον είχα ήδη εξαντλήσει, σε προβολές, την ομώνυμη ταινία του Oliver Stone, ο οποίος είχε δηλώσει σχετικά: «Το σενάριο σε τέτοιες ταινίες, για έναν ροκ σταρ, είναι πάντα μεγάλο πρόβλημα. Αλλά μπορείς να γεμίσεις τα κενά και τις ασάφειες με μουσική και να φτιάξεις μια καλή ταινία». Την εποχή που την είδα για πρώτη φορά ήμουν ένα ξιπασμένο γυμνασιόπαιδο που, αφού είδε την πρώτη προβολή, μούλωξε κρυμμένο στην καρέκλα του και παρακολούθησε και την δεύτερη, μέχρι το τέλος. Θυμάμαι, καθώς βγήκα ζαλισμένος από την σκοτεινή αίθουσα, ότι ήμουν ενθουσιασμένος αλλά και σκεπτικός. Έχοντας προηγουμένως ρουφήξει με πάθος όλες τις βιογραφίες και ό,τι σχετικό με το συγκρότημα και τον τραγουδιστή του, είχα πολλές αντιρρήσεις σχετικά με το σενάριο αλλά καμία απολύτως για την ερμηνεία του έξοχου ηθοποιού Val Kilmer. Ωστόσο, με κάποιον τρόπο, μπόρεσα να ταξιδέψω στον μυθιστορηματικό κόσμο τωνDoors και στην πολυτάραχη ζωή του Jim Morrison. Τα επόμενα χρόνια, όταν άρχισα να ανακαλύπτω τα διάφορα βίντεο που, σε μεγάλη συχνότητα, κυκλοφόρησαν οι επιζήσαντες Doors, όπως και μερικά ακόμη από τα «παράνομα», ήμουν ήδη ένα τρελός, από ενθουσιασμό, νεαρός. Ανακαλύπτοντας, λοιπόν -ένα ακόμη κομμάτι από το πάζλ πού έφτιαχνα όλα αυτά τα χρόνια-, το τρέιλερ αυτού του φιλμ, αντιλήφθηκα μια επανάληψη από γνώριμες εικόνες. Απογοητεύτηκα λίγο, σκεπτόμενος ότι μία ακόμη προσπάθεια των εταιριών για την άμεση είσπραξη ρευστού, έμπαινε σε εφαρμογή. Παρ’ όλα αυτά, αποφάσισα να του δώσω μια ευκαιρία και να σταματήσω να προδικάζω. Το φιλμ είχε ήδη ξεκινήσει τις προβολές του από το 2009, με μια επίσημη, στις 9 Απριλίου 2010, στις Ηνωμένες Πολιτείες, μα όταν έκανε την σύντομη βόλτα του από τους εγχώριους κινηματογράφους, διαπίστωσα ότι δε θα μπορούσα να πάρω μια γεύση απ’ αυτήν εφόσον η πόλη που ζω δεν φρόντισε να την συμπεριλάβει στο ενεργητικό της. Τέλος πάντων με λίγη προσπάθεια τα κατάφερα και την βρήκα, ας είναι καλά ο τύπος που με βοήθησε να την «κατεβάσω». Και να ’μαι, είκοσι χρόνια μετά, με το προφίλ του ενήλικα πλέον, μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. 
Τι είναι λοιπόν αυτό το περιβόητο When Youre Strange, εκτός από ένα ιδιοφυές τέχνασμα ανάμεσα στο μύθο και την πραγματική διάσταση των γεγονότων; Ένα ντοκιμαντέρ, ένα μουσικό φιλμ, μια ακόμη βιογραφία μέσα στον ατέλειωτο σωρό βιογραφιών; Σίγουρα η προσωπική δικαίωση του Ray Manzarek, ο οποίος, χρόνια ολόκληρα, αγωνιζόταν για την σωστή απεικόνιση της αληθινής ιστορίας του συγκροτήματος και για την δικαίωση της προσωπικότητας του αγαπημένου φίλου και συνεργάτη του Jim Morrison. Ο Ray Manzarek επέβαλε τις ενστάσεις του για την ταινία The Doors, που έσπασε τα ταμία στις αρχές της δεκαετίας του ’90, κι έκανε ό,τι μπορούσε, μέσω συνεντεύξεων, μέσω των βιβλίων του Light my fire και Poet in exileκαι μέσω της μουσικής του, για να δώσει την ορθή πληροφόρηση και την ολοκληρωτική δικαίωση στο προφίλ του θανόντα καλλιτέχνη. Νομίζω πως τελικά τα κατάφερε. Με μια πρώτη ματιά, το When Youre Strange, είναι η ιστορία ενός συγκροτήματος που απασχόλησε και απασχολεί ακόμα το μουσικό στερέωμα, εφόσον δεν έπαψε ποτέ να πουλάει. Με μια δεύτερη ματιά, είναι το ψυχογράφημα και η μελοδραματική πορεία αυτοκαταστροφής ενός καλλιτέχνη που, σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, παραμένει επίκαιρος. Θα το περιέγραφα σαν ένα κολλάζ εικόνων από αναστημένες μπομπίνες που κατέγραψαν κάποτε ατέλειωτες σπείρες φιλμ και που με τη μοντέρνα σκηνοθετική άποψη του Tom DiCillo -από το σβήσιμο ενός πλάνου μέσα σ’ ένα άλλο, τις φωτογραφίες που παρεμβαίνουν έξυπνα, τις τεχνικές της γρήγορης και αργής κίνησης, την σουρεαλιστική απεικόνιση και την εξωπραγματικά αληθοφανή και πολλές φορές χοντροκομμένη μορφή αυτού του ανθρώπου, μαζί με το πάντρεμα της μουσικής, γίνονται μια μαγική πανδαισία που σαγηνεύει και προκαλεί να την ακολουθήσεις- μα και την συγγραφική προσέγγιση στο μύθο και την πραγματικότητα, υποβοηθούμενη από την συμβολή της αφηγηματικής ευχέρειας του ηθοποιού Johnny Depp, παρέδωσε κάτι αξιόλογο. Ο σκηνοθέτης, Tom DiCillo, επιλέγει να ξεκινήσει την ιστορία του από το τέλος, μπαίνοντας αμέσως σε μια τροχιά απίστευτης δύναμης και σπινθηροβόλων καταγραφών μιας εποχής που πέρασε πια ανεπιστρεπτί μα που συνεχίζει ακόμα να γοητεύει. Βασιζόμενος στα υπάρχοντα ντοκουμέντα: το σύντομο φιλμ -που έγραψε και σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Morrison-, HwyAn American pastoral, την χρονιά του 1969, το φιλμ Feast of friends μια συμπαραγωγή των Doors (που τότε πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, τώρα, επεξεργασμένο και εμπλουτισμένο με ανέκδοτο υλικό, παραδίδεται ως σπάνιο ντοκουμέντο που εξιτάρει τα μάτια και τα αφτιά του θεατή), αποσπάσματα από τα συλλεκτικά βίντεο των DoorsLive at the HollywoodBowlDance on fireThe Soft ParadeThe Best of DoorsLive in EuropeThe Doorsare openSoundstage performances, από το ντοκιμαντέρ No one here gets out alive και από διάσπαρτα αποσπάσματα του προσωπικού αρχείου των Doors. Όλο αυτό το υλικό, που χρειάστηκε να ζυμωθεί και να παρουσιαστεί σε σύμπτυξη στο κοινό, είναι η απόλυτη καταγραφή μιας ιστορίας που δεν παρουσιάστηκε ποτέ, όπως θα έπρεπε, στην δημοσιότητα. Στην απόδοση του σεναρίου, ένας γνώστης της ιστορίας των Doorsμπορεί να αντιληφθεί εύκολα τις πηγές: το Riders on the stormMy life with JimMorrison and the Doors του John Densmore, το No one here gets out alive των Jerry Hopkins και Daniel Sugerman και φυσικά, τις αναμνήσεις των Robbie KriegerRay Manzarek και John Densmore.  Ασφαλώς, όπως και σε οτιδήποτε σχετίζεται με τουςDoors,  η παρουσία του Jim Morrison στο φιλμ είναι ομολογουμένως η πρωταγωνιστική. Κάποιες φορές γοητεύει, κάποιες άλλες σοκάρει, άλλες πάλι γεμίζει με απορία και θλίψη τον θεατή. «Για τον Ray, ήταν σαν αρχαίος σαμάνος που οδηγούσε τους ακόλουθούς του σ’ έναν κόσμο που δε θα τολμούσαν ποτέ να μπούνε μόνοι τους», λέει σε κάποιο σημείο η φωνή του αφηγητή. «Για ορισμένους, ο Jim ήταν ποιητής πού η ψυχή του παγιδεύτηκε μεταξύ παράδεισου και κόλασης. Για κάποιους άλλους, ήταν απλώς ένας ακόμη αστέρας του ροκ που συνθλίφτηκε και κάηκε. Άλλα όσο αυτά είναι πραγματικότητα, σίγουρα δεν μπορείς να καείς αν δεν έχεις μέσα σου φωτιά». Και η φωτιά είναι το στοιχείο που συνέδεσε τους Doors με την ανοδική τους πορεία, το αποδεικνύει άλλωστε και η πρώτη μεγάλη τους επιτυχία Light my fire. Ίσως να σκέφτηκε το ίδιο και ο σκηνοθέτης και χρησιμοποίησε, σαν σύμβολο, ένα σπίρτο που σηματοδοτεί την αρχή και το τέλος, μόνο που επέλεξε να αντιστρέψει λιγάκι την σειρά. Έτσι κι ο Jim Morrison, ακολουθώντας κατά γράμμα τις τυχοδιωκτικές ιδέες του Rimbaud σχετικά με την απορύθμιση όλων των αισθήσεων που οδηγούν στο άπειρο, έζησε στο έπακρο την ασυνείδητη και συνειδητή του πλευρά ώσπου στο τέλος κάηκε από την δική του εσωτερική φλόγα. Για ένα συγκρότημα που κράτησε μόλις 54 μήνες και του οποίου όλοι οι δίσκοι έγιναν χρυσοί και εξακολουθούν να πουλάνε ακόμη, δεν τα κατάφεραν κι άσχημα. Τώρα βέβαια θα μου πείτε πως, όλα αυτά τα λέει ένας αφοσιωμένος οπαδός τους, είναι μια υποκειμενική άποψη και τίποτα περισσότερο. Ίσως να έχετε δίκιο, ίσως και όχι. Η αλήθεια είναι ότι τα δικά μου πρότυπα δεν υφίστανται πια, έτσι κι αλλιώς η ηλικία μου δεν συνάδει με την δική τους. Οι Πόρτες, ούτως ή άλλως, άνοιξαν και πάλι. Δεν υπάρχουν προσκλήσεις, μπορεί να εισέλθει ο καθένας. Εγώ αποφάσισα να παίξω τον ρόλο του πορτιέρη. Η συνέχεια… επί της οθόνης. 
»

Η μουσική και η ταινία ''The Doors''


Thedoors_soundtrack










Ίσως να ‘ναι η ταινία που έχω παρακολουθήσει περισσότερες φορές από κάθε άλλη. Σίγουρα πρόκειται για την ταινία που μ’ έχει επηρεάσει βαθύτατα και αδιαμφισβήτητα είναι η ταινία που κατέχει την ψηλότερη θέση στη καρδιά μου. Είναι το κινηματογραφικό αριστούργημα του Oliver Stone. Είναι η ιστορία του Jim Morrison και των The Doors.

Φυσικά, το φιλμ αυτό δε θα μπορούσε παρά να ντύνεται με τα μουσικά δημιουργήματα της μπάντας. Τις πιο εκρηκτικές σκηνές λοιπόν, συνοδεύουν μερικά απ’ τα καλύτερα κομμάτια των The Doors. Στο soundtrack μολαταύτα περιλαμβάνονται και άλλα κομμάτια που έχουν σημαδέψει αξέχαστες σκηνές της ταινίας.
Λίγοι από σας θα γνωρίζεται πως σε όλες τις σκηνές όπου το συγκρότημα εμφανίζεται live ή ηχογραφεί κάποιο κομμάτι, τραγουδά πραγματικά ο Val Kilmer! Ο εξαιρετικός ηθοποιός είχε στείλει μια κασέτα με τον ίδιο να τραγουδά κομμάτια των The Doors στον Stone, κάτι που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο να πάρει το ρόλο. Άλλωστε, θαρρώ πως συμφωνείτε κι εσείς, κανένας άλλος δε θα μπορούσε να ενσαρκώσει καλύτερα, τον επίγειο αυτό θεό, που ακούει στο όνομα Jim Morrison. Ωστόσο τα κομμάτια που αποτελούν το soundtrack είναι τα original μουσικά κομμάτια της αξέχαστης μπάντας.
To album λοιπόν ξεκινάει με το μικρό intro “The Movie”, για να δώσει τη θέση του στο επικό “Riders On The Storm” που ντύνει τη σκηνή – καταλύτη στη ζωή του Morrison. Τη στιγμή που σε ηλικία επτά ετών ο Jim κατά τη διάρκεια μιας φαινομενικά ήρεμης βόλτας στο αυτοκίνητο των γονιών του, αντίκρισε ένα θανατηφόρο δυστύχημα κάποιον Ινδιάνων έξω από την Alburqueque. Χρόνια αργότερα ο Jim θα διακήρυττε πως η ψυχή του Ινδιάνου που είδε να κείτεται αιμόφυρτος στην άκρη του δρόμου, μπήκε μέσα του και τον στοίχειωσε για πάντα.
Πολλές απ’ τις μεγάλες επιτυχίες των The Doors συνοδεύουν την ιστορία του νεαρού Morrison και την ανοδική πορεία της μπάντας. Το οργασμικό “The End” έρχεται τη στιγμή που πρέπει, πλαισιώνοντας τη στιγμή που η μπάντα είναι κοντά στο να κάνει τα πρώτα της βήματα στην μουσική βιομηχανία. Ήταν τότε, στο bar Whiskey Go – Go, το 1966, όταν μετά την εκρηκτική τους εμφάνιση, ο παραγωγός Paul A. Rothchild προσφέρει στουςDoors το χρυσό συμβόλαιο με την “Electra Records”.
Μερικά απ’ τα highlights της ταινίας είναι οι γνωριμίες του Jim με σημαντικές περσόνες εκείνης της εποχής, όπως ο Andy Warhol και η μούσα του Nico, μεταξύ άλλων και τραγουδίστρια των “Velvet Underground”. Τη συγκεκριμένη σκηνή λοιπόν ντύνει το κομμάτι “Heroin”, των τελευταίων, από τη περίφημη “Mπανάνα”.
Μια άλλη μουσική παρέμβαση είναι το επιβλητικό κομμάτι “Carmina Burana (Carl Off)” (σε όσους δε πάει το μυαλό πρόκειται για το theme του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος επί Ανδρέα Παπανδρέου). Η εν λόγω σύνθεση δίνει μια επιβλητική χροιά στη πιο σκοτεινή σκηνή του φιλμ. Η Patricia Kennealy ήταν μια σημαντική γυναίκα στη ζωή του Morrison. Ενδεδυμένη το μανδύα του κέλτικου παγανισμού μάγεψε το ανήσυχο πνεύμα του Jim και πολλές φορές οι δυο τους επιδίδονταν σε παγανιστικές ενέργειες. Εδώ, η Kennealy τον παρακινεί να κόψει τον εαυτό του και να πιεί το αίμα του, με σκοπό να ξεπεράσει προβλήματα σεξουαλικής φύσεως. Έτσι τον παρασύρει υπό τους ήχους του Carmina Buranaσ’ ένα ξέφρενο ερωτικό χορό με κατάληξη τη συνουσία.
Λίγο πριν τους τίτλους τέλους έρχεται η σκηνή του θανάτου τουJim Morrison. Φροντισμένη όσο καμία, λιτή, αίροντας τις φήμες γύρω απ’ το γεγονός η σκηνή συνοδεύεται από το “Severed Garden”, το ποίημα που αφηγείται ο Morrison στο “American Prayer”.
Οι τίτλοι τέλους πέφτουν με το “L.A. Woman”, αφήνοντας το θεατή πραγματικά μαγεμένο. Τα γεγονότα φυσικά δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα και ενέχουν αρκετά μυθοπλαστικά στοιχεία, που ενισχύουν το μυστήριο γύρω απ’ τη ζωή του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη και το τρίπτυχο της εποχής, “Sex, drugs & rock n’ roll”! Μη πλανάστε όμως, οι “The Doors” ήταν σαφέστατα πολλά περισσότερα, αλλά τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που θέλησε να μας δείξει ο Stone˙ μια μπάντα απαρτιζόμενη από αξιοπρεπείς μουσικούς και μια επιβλητική προσωπικότητα, όπου επηρεαζόμενοι από σημαντικά γεγονότα της ζωής τους οδηγήθηκαν στο να μας χαρίσουν μελωδίες – διαμάντια, σαν αυτές που περικλείει τούτο εδώ το soundtrack! Καλή ακρόαση!
THE DOORS SOUNDTRACK - TRACKLIST
  1. "The Movie" - 01:06
  2. "Riders on the Storm" - 07:01
  3. "Love Street" - 02:48
  4. "Break on Through (To the Other Side)" - 02:26
  5. "The End" - 11:42
  6. "Light My Fire" - 07:06
  7. "Ghost Song" (edit) - 02:55
  8. "Roadhouse Blues" (Live) - 05:20
  9. "Heroin" (Lou Reed) performed by The Velvet Underground & Nico - 07:08
  10. "Carmina Burana: Introduction" (Carl Orff) performed by The Atlanta Symphony Orchestra And Chorus" - 02:32
  11. "Stoned Immaculate" - 01:34
  12. "When the Music's Over" - 10:56
  13. "The Severed Garden (Adagio)" - 02:11
  14. "L.A. Woman" - 07:49
»

Jim Morrison, Μια Αμερικάνικη προσευχή

Ένα μικρό δειγμα για όσους ενδιαφέρονται να διαβάζουν Jim Morrison


 μετφρ: Γιώργος Καρανίκας, εκδ. Μπαρμπουνάκης





Το τραγούδι των φαντασμάτων

Σκόρπιοι Ινδιάνοι στο χάραμα στο μεγάλο δρόμο αιμορ-
ραγούν
Φαντάσματα του μυαλού στριμώχνονται στο εύθραυστο
τσόφλι του μυαλού ενός μικρού παιδιού


Με το πλήρωμα του χρόνου
(ένας στρατιωτικός σταθμός στην έρημο)

Μπορούμε να διαλύσουμε το παρελθόν,
ενεδρεύουν, τα σαγόνια του στις κλειδώσεις του χρόνου;
Η βάση
σ΄ένα στεγνό μέρος, να ενηλικιωθείς
τρύπες και σπηλιές.
Ο φίλος μου οδηγούσε μια ωρίτσα κάθε μέρα από
τα βουνά.
Το πούλμαν σε κάνει σκληρόπετσο με βιβλία
στα γόνατά σου.
Κάποιος πυροβόλησε τη γκόμενα στον απογευματινό χορό.
Δώσαν στο καλύτερο ζευγάρι τζάμπα δίσκους.
Οι νέγροι χορεύουν καλύτερα, απ΄τους γοφούς.

Άγγελοι και ναύτες

Άγγελοι και ναύτες
πλουσιοκόριτσα
κηπάκια, τέντες, φράχτες,
Τα όνειρα περιεργάζονται το ένα τ’ άλλο.
βολικά, πολυτελή αυτοκίνητα.
Στα γκαράζ γυμνωμένα κορίτσια
μόνο για να παίρνουν οινόπνευμα και ρούχα,
μισά γαλόνια κρασί και έξι κουτιά μπύρες.
Πηδημένα, καμπουριασμένα, γεννημένα να
βογγάνε
φτιαγμένα να τσιτσιδώνονται στις ερημιές

Μια Αμερικάνικη Προσευχή (αποσπάσματα)

…Ξέρεις οτι οδηγούμαστε σε σφαγές
από γαλήνιους ναυάρχους
οτι χοντροί και αργοί στρατηγοί γίνονται
όλο και πιο χυδαίοι στο καινούριο αίμα.
Ξέρεις οτι ρυθμιζόμαστε από την τηλεόραση,
…Ζούμε, πεθαίνουμε
κι ο θάνατος δεν το τελειώνει
Ταξιδεύουμε πιο βαθιά
στον εφιάλτη
Γαντζωμένοι στη ζωή
την πασιφλορά μας
Γαντζωμένοι στα μουνιά
Και στους πούτσους της απελπισίας
Βρήκαμε το τελικό μας όραμα με τη βλενόρροια.
…Όχι άλλο χρήμα, όχι άλλο φανταχτερό φουστάνι
Αυτό, το άλλο βασίλειο, φαίνεται πολύ καλύτερο
μέχρι που το άλλο σαγόνι του ν’ αποκαλύψει αιμομιξία
και χαλαρή υπακοή σ’ ένα νόμο- λαχανικό.
Δεν θα πάω
Προτιμώ μια γιορτή από φίλους
από μια γιγάντια οικογένεια.
»

Γνωρίζετε πώς πέθανε ο Jim Morrison;


«Δεν θα με πείραζε να πεθάνω σε αεροπορικό δυστύχημα. Θα ήταν ένας ωραίος τρόπος για να “φύγω”. Δεν θέλω να πεθάνω στον ύπνο μου ή από γηρατειά ή από υπερβολική δόση. Θέλω να νιώσω πώς είναι. Θέλω να το γευτώ, να το ακούσω, να το μυρίσω. Ο θάνατος έρχεται μόνο μια φορά, δεν θα ’θελα να τον χάσω».

Αλλά δεν έγινε όπως το ’χε πει. Ο Jim Morrison, ο ποιητής, ο επαναστάτης, ο μαγευτικός και καταραμένος θεός της rock, πέθανε σε ένα διαμέρισμα στο Παρίσι. Σάββατο ξημερώματα, στις 3 Ιουλίου 1971, βρέθηκε νεκρός μες στην μπανιέρα του από τη φίλη του Pamela Courson – μια σταγόνα ξερό αίμα στόλιζε το πάνω χείλος του. Ο γιατρός που τον εξέτασε διέγνωσε καρδιακή προσβολή. Πουθενά δεν βρέθηκαν στοιχεία εγκληματικής ενέργειας. Ο θάνατος του Μοrrison καταχωρίστηκε ως «θάνατος από φυσικά αίτια». Νεκροψία δεν έγινε. Τάφηκε ήσυχα σε ένα νεκροταφείο στο Παρίσι, δίπλα στον Oscar Wilde, την Piaf, τον Chopin, τον Bizet, τον Honore de Balzac. Και μέχρι σήμερα, το πού, το πώς και το γιατί αυτής της ιστορίας δεν έχουν απαντηθεί.

O MORRISON ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ



«Οι άνθρωποι φοβούνται το θάνατο περισσότερο από τον πόνο. Είναι παράξενο που φοβούνται το θάνατο – η ζωή πονάει πιο πολύ. Όταν φτάνει ο θάνατος, ο πόνος τελειώνει. Ναι, υποθέτω πως είναι ένας φίλος».
Την άνοιξη του 1971, ο Morrison πονούσε. Ένιωθε πως είχε ξοφλήσει με την καριέρα του rock star στο L.A., η ιστορία με τη δίκη μετά το «συμβάν στο Μαϊάμι» (τη συναυλία, στην οποία λέγεται πως είχε δείξει για ελάχιστα δευτερόλεπτα στο κοινό τα γεννητικά του όργανα, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο εδώλιο και να καταδικαστεί πρωτόδικα σε έξι μήνες φυλάκιση για απρέπεια, επίδειξη, προσβολή δημοσίας αιδούς και δημόσια μέθη) του ’χε κοστίσει περισσότερο από όσο ήθελε να παραδεχτεί. Με ακυρώσεις συναυλιών, κακές πωλήσεις, κακή δημοσιότητα στους μουσικούς κύκλους, όπου είχε αρχίσει να φαντάζει ελαφρώς παρακμιακός. Και το μιξάρισμα του L.A. Woman καθυστερούσε.

Την Παρασκευή 12 Μαρτίου 1971 ο Jim μπήκε σε ένα αεροπλάνο κι έφυγε για το Παρίσι, την πόλη των ποιητών, των στοχαστών, των ζωγράφων, του Μάη του ’68. Μαζί με την αγαπημένη του Pamela Courson εγκαταστάθηκαν στην οδό Beautreillis 17. Στη γαλλική πρωτεύουσα βρήκε την ησυχία του. «Είναι τόσο όμορφα εδώ, σαν να πέταξαν τα αρνητικά όταν έφτιαξαν αυτή την πόλη». Έκανε πολύωρους περιπάτους, διάβαζε, έγραφε σαν «συγγραφέας στην εξορία», έχασε βάρος, ξυρίστηκε. Kαι έπινε μέχρι αναισθησίας, μεθούσε και τον πετούσαν έξω από τα clubs, κάπνιζε ασταμάτητα, είχε σποραδικές, ανεξέλεγκτες κρίσεις βήχα που τον εξασθενούσαν – το παλιό του πρόβλημα με το άσθμα τον ταλαιπωρούσε πάλι.

ΤΗΙS IS THE END, MY FRIEND



«Μοιάζει λίγο με τζόγο. Βγαίνεις έξω το βράδυ, πίνεις και δεν ξέρεις πού θα καταλήξεις το επόμενο πρωί. Μπορεί να βγει κάτι καλό ή κάτι καταστροφικό. Είναι σαν να ρίχνεις το ζάρι».
Στις 2 Ιουλίου, την τελευταία νύχτα της ζωής του, ο Jim Morrison βγήκε, έφαγε, πήγε σινεμά (για να δει –τι ειρωνεία!- το Death Valley), γύρισε σπίτι, είδε παλιές ταινίες, ξάπλωσε, άκουσε δίσκους των Doors, έπεσε, κοιμήθηκε. Κατά τις 3.30 ξύπνησε, αισθανόταν άρρωστος. Έκανε τρεις φορές εμετό φαγητό, αλκοόλ και αίμα. Αρνήθηκε να φωνάξει το γιατρό. Είπε στην Pamela πως αισθανόταν καλύτερα. Θα έκανε ένα ζεστό μπάνιο και θα ξάπλωνε. Εκείνη ξύπνησε κάνα δυο ώρες αργότερα και τον βρήκε ακίνητο και κρύο μες στην μπανιέρα, με μια σταγόνα αίμα να τρέχει από τη μύτη του. Πανικόβλητη τηλεφώνησε στον κοινό τους φίλο Alain Ronay, που κατέφθασε αμέσως, παρέα με την Agnes Varda, την ηγερία του παριζιάνικου underground (κατά μία εκδοχή, μαζί τους ήταν και η Marianne Faithful, η οποία όμως ποτέ δεν το επιβεβαίωσε, ούτε μίλησε για εκείνη τη νύχτα). Κάλεσαν ένα ασθενοφόρο και ειδοποίησαν την αστυνομία. Ο Γάλλος γιατρός Max Vassille, που κλήθηκε αργότερα στο διαμέρισμα, επιβεβαίωσε το θάνατο του star, από ανακοπή. Ως ώρα θανάτου προσδιορίστηκε η 5η πρωινή.

Από κει και πέρα, οι ιστορίες μπερδεύονται. Τον Απρίλιο του ’91, έπειτα από 20 χρόνια σιωπής, ο Alain Ronay σε μια συνέντευξη στο Paris Match, θα έδινε μια άλλη εκδοχή για τις τελευταίες ώρες του Morrison. Σύμφωνα –πάλι– με τα λεγόμενα της Pamela, το απόγευμα της 2ης Ιουλίου, ο Jim σνιφάρισε ηρωίνη. Το βράδυ έκαναν και οι δυο τους άλλη μια «μυτιά» (ο Μorrison φοβόταν και σιχαινόταν τις βελόνες) και αργότερα, πέφτοντας στο κρεβάτι, πήρε άλλη μια δόση και αποκοιμήθηκε ακούγοντας το «Τhis is the end» στο πικάπ. Η συνέχεια είναι γνωστή.

Το 2007, πάλι, ο Sam Bernett, πρώην manager του Rock’n’Roll Circus (του πιο hot spot της παριζιάνικης αριστερής όχθης), στο βιβλίο του The End - Jim Morrison, περιέγραψε πως ο star πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης στις τουαλέτες του nightclub. Κατά τον Bernett, ο Morrison πήγε στο Circus γύρω στη 1.00 τα ξημερώματα της 3ης Ιουλίου. Ήταν μόνος του, έδειχνε κακόκεφος. Κάθισε στο συνηθισμένο του σημείο στο μπαρ και παρήγγειλε μπίρες κι ένα μπουκάλι βότκα. Αργότερα αγόρασε λίγη ηρωίνη για την Pamela από δυο γνωστά «βαποράκια» του club. Στις 2.00 π.μ. χάθηκε στις τουαλέτες. Μισή ώρα αργότερα κάποιος ειδοποίησε τους υπεύθυνους του Circus πως ένας άντρας ήταν κλειδωμένος σε μια απ’ αυτές.
Ο Βernett με ένα σωματοφύλακα έσπασαν την πόρτα και βρήκαν τον Morrison κουλουριασμένο πάνω στο κάθισμα της τουαλέτας – μια άμορφη, ακίνητη μάζα, με το κεφάλι του ανάμεσα στα γόνατα, τα χέρια κρεμασμένα, μια φυσαλίδα αίμα στα χείλια. «Ήταν προφανές πως είχε σνιφάρει ηρωίνη». Ένας γιατρός που βρέθηκε ανάμεσα στους θαμώνες τον εξέτασε και επιβεβαίωσε πως ήταν νεκρός, από καρδιακή προσβολή «λόγω θανατηφόρας υπερβολικής δόσης». Τα «βαποράκια» που του είχαν πουλήσει την ηρωίνη νωρίτερα «φυγάδευσαν» το πτώμα, σκεπασμένο με μια κουβέρτα, μέσα από το διάδρομο που συνέδεε το Circus με το διπλανό club, το Αlcazar, το έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο και το μετέφεραν σπίτι του. Ο Βernett δέχτηκε απειλές για να μην αποκαλύψει σε κανέναν όσα είχε δει και ακούσει – το σκάνδαλο δεν θα ωφελούσε το club κι έπειτα ο Jim ήταν κιόλας νεκρός, ένα τραγικό, τραγικό «δυστύχημα». Μια λάθος ζαριά…

ΑΛΛΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ



«Υπάρχουν πράγματα γνωστά και πράγματα άγνωστα – κι ανάμεσά τους υπάρχουν οι Doors».
Πέρα από τα γεγονότα, τις μαρτυρίες, τις επίσημες βιογραφίες υπάρχουν οι φήμες, οι θεωρίες, οι ιστορίες των fans για το «τι πραγματικά συνέβη με τον Jim». Θεωρίες μυστικιστικές, που μπλέκουν λευκή και μαύρη μαγεία, vοodoo, σκοτεινά πνεύματα και σαμάνους. Ο Μοrrison, λένε, δολοφονήθηκε με «υπερφυσικό» τρόπο, στη διάρκεια μιας τελετής, από ζηλιάρες μάγισσες groupies ή πρώην ερωμένες ή από τους δαίμονες που τον είχαν καταλάβει. Kαι μετά χάθηκε, έγινε ενέργεια, γύρισε πίσω στην καρδιά του σκοταδιού που τον ξέρασε. Κι άλλες θεωρίες, πολιτικοκοινωνικές: πως, τάχα, ήταν θύμα των Σιωνιστών, του FBI, της Μαφίας, της κυβέρνησης που ήθελε να λιώσει τo «σατανά με τα δερμάτινα», το «βασιλιά σαύρα» που «δηλητηρίαζε τα μυαλά της αμερικάνικης νεολαίας». Ή πως ήταν και ο ίδιος πράκτορας (άλλωστε ο πατέρας του ήταν υψηλόβαθμος στρατιωτικός του Πολεμικού Ναυτικού), και μάλιστα είχε επαφές με αριστερές, μυστικιστικές σέχτες που ενδιέφεραν τις υπηρεσίες πληροφοριών. Ή πως δεν υπήρχε ένας αλλά πολλοί Morrisons, που γνωρίζονταν μεταξύ τους ως μέρος ενός απόρρητου κυβερνητο-ανθρωπολογικού project. Θεωρίες, θεωρίες.

Απ’ όλες πιο διαδεδομένη είναι η εκδοχή πως ο Μοrrison δεν πέθανε ποτέ, αλλά σκηνοθέτησε το θάνατό του. Την ιδέα την είχε ο ίδιος το 1967, όταν ξαφνικά, μετά από μια συναυλία στο Fillmore, άρχισε να παραληρεί για το πώς θα ’στηνε ένα «θανατικό κόλπο», για να τραβήξει το ενδιαφέρον του κοινού στους Doors. «Δεν θα ήταν τέλειο να βρισκόμουν στις Σεϊχέλες, ενώ όλοι θα με είχαν για νεκρό;». Τότε είχε επινοήσει και το «Mr. Mojo Risin», τον κωδικό αναγραμματισμό του ονόματός του, που θα χρησιμοποιούσε, αν το ’σκαγε στην Αφρική –ή οπουδήποτε– για να έρχεται σε επαφή με τους φίλους του. Αυτοί οι ίδιοι φίλοι του δεν βρήκαν δάκρυα να κλάψουν πάνω από τον τάφο του. Είπαν απλώς πως «η ενέργεια του Jim δεν ήταν εκεί» (μάλιστα ο ντράμερ των Doors, John Densmore, δήλωσε βλέποντας τον τάφο πως «δε γίνεται, δεν μπορεί... είναι πολύ κοντός!»). Μήνες μετά το θάνατό του άνθρωποι άγνωστοι συνέχιζαν να «βλέπουν» τον Jim εδώ κι εκεί, σε ένα αεροδρόμιο, σε μια τράπεζα στο Σαν Φρανσίσκο, σε gay leather bars στο L.A., σε ένα μπαρ στο Μαρακές, σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό κάπου στη Λουιζιάνα. Ή οπουδήποτε.

Κι άλλα στοιχεία: επισήμως, εκτός από την Pamela Cοurson, που ήταν διαρκώς σε κατάσταση σοκ, και το γιατρό Μax Vassille ελάχιστοι άνθρωποι είδαν τον Morrison νεκρό μετά το «συμβάν» στο σπίτι του. Και κανείς δεν μίλησε γι’ αυτό. Ο θάνατός του ανακοινώθηκε επίσημα με καθυστέρηση πολλών ημερών. Μέχρι τότε η κηδεία του είχε γίνει. Βιαστικά, γρήγορα, μελαγχολικά, στο κοιμητήριο Père Lachaise (όπως λέγεται, σύμφωνα με επιθυμία του ίδιου, που είχε επισκεφτεί το μέρος λίγες μέρες πριν) μέσα σε ένα φτηνό φέρετρο των 366 φράγκων. Χωρίς ιερέα, χωρίς καμιά τελετή, παρουσία πέντε ανθρώπων: η Pamela ήταν εκεί και ο Bill Siddons, ο Αlain Ronay, ο Robin Wertle, η Agnes Varda. Οι πιο στενοί του φίλοι, οι γονείς του δεν είδαν τη σορό του, δεν τον αποχαιρέτησαν. Την επόμενη μέρα, στις 8 Ιουλίου 1971, ο Siddons εξέδωσε μια λιγόλογη ανακοίνωση για τον Τύπο: «Μόλις επέστρεψα από το Παρίσι, όπου παρευρέθηκα στην κηδεία του Jim Morrison. O Jim τάφηκε με μια απλή τελετή, με πολύ λίγους φίλους παρόντες. (…) Πέθανε ειρηνικά από φυσικά αίτια». Αλλά ούτε ο Siddons τον είχε δει νεκρό – φτάνοντας στο Παρίσι είχε βρεθεί μπροστά σε ένα σφραγισμένο φέρετρο.

Για μήνες ο τάφος του Jim Morrison δεν έφερε καμία επιγραφή. Και για χρόνια στις συναυλίες των υπόλοιπων Doors θα πλανιόταν ένα παράξενο, πιεστικό αίσθημα του μετέωρου, η νευρικότητα που σε πιάνει όταν ξέρεις ότι κάτι, ΚΑΤΙ πρόκειται να συμβεί. Πολλοί, μες στο ακροατήριο, έδειχναν να πιστεύουν ειλικρινά πως ο Jim θα εμφανιζόταν ξαφνικά από το πουθενά και θα άρπαζε το μικρόφωνο. «Is everybody in?». Mερικές φορές, ο Manzarek τον φώναζε, έλεγε πως ήξερε ότι ο Jimmy τριγύριζε κάπου εκεί, μες στο hall. «Is everybody in? Ιs everybody in? Let the ceremony begin!».

Κι ωστόσο o κόσμος, οι fans, oι πιστοί του –παλιοί και νέοι– συνέχισαν να έρχονται στο Père Lachaise. Για μήνες, για χρόνια. Δεν σταμάτησαν να ανάβουν κεριά, να φέρνουν λουλούδια, ποτά, τσιγαριλίκια, να τραγουδάνε, να προσεύχονται, να διαβάζουν ποιήματα, να αφήνουν πάνω στον τάφο του σημειώματα με παλιά στιχάκια των Doors. Για εκείνους, όπως και για όλους εκεί έξω, ο Μοrrison θα είναι ο εσαεί «σκοτεινός πρίγκιπας» της rock. Υπνωτιστικός, ερωτικός, μελαγχολικός, ευάλωτος, αυτοκαταστροφικός, έτοιμος να εκραγεί στη σκηνή, να καεί μες στα όνειρα όσων θέλουν ακόμα να ονειρεύονται. Ο Lizard King που μπορεί να κάνει τα πάντα. Νεκρός στα 27. Για πάντα νέος.

«Βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν τεράστιο φλεγόμενο κομήτη, ένα πεφταστέρι. Όλοι σταματάνε, δείχνουν ψηλά, τους κόβεται η ανάσα, λένε “Ω, δες αυτό!”. Μετά ένα φσσσστ κι έφυγα… και δεν θα ξαναδούν ποτέ κάτι τέτοιο. Και δεν θα μπορέσουν να με ξεχάσουν – ποτέ…».

»